|
Δ Υ Ϊ Κ Ο Σ Α Ρ Ι Θ Μ Ο Σ
Η Ελληνική γλώσσα είχε τρεις αριθμούς. Ενικό όταν αναφερόταν σε ένα. Δυϊκό όταν αναφερόταν σε δύο και Πληθυντικό όταν αναφερόταν σε πλήθος. (Διότι τα δύο δεν συνιστούν πλήθος). Κανείς δεν τα θυμάται πια! Οι περισσότεροι δεν τα έχουν καν ακούσει. Αλλά ποιος νοιάζεται! Απλοποιούμε τα πράγματα, κάνουμε την ζωή μας πιο εύκολη, το 10 το κάναμε Α για να μην μειονεκτούν οι Β, ενώ η αριστεία είναι σχεδόν μειονέκτημα. Και καθώς η φύση είναι αμείλικτη, την ευπλαστότητα των εγκεφαλικών κυττάρων την διαδέχτηκε η σκλήρυνση. Κάθε κοινωνία παίρνει αυτό που της αξίζει. Κάποιοι εβδομηντάρηδες και άνω, μπορεί αμυδρά να τα θυμούνται. Ο δυϊκός δεν καταργήθηκε, αλλά στην πορεία του χρόνου απαξιώθηκε και αφομοιώθηκε από τον πληθυντικό από την Ελληνιστική εποχή. Ένας πλούτος από τον οποίο η γλώσσα αποστεώθηκε και μείναμε άτονοι, απνευμάτιστοι και χωρίς δυϊκό. Και μην μου πείτε ότι η αρχαία Ελληνική γραφή ήταν μόνο κεφαλαιογράμματα. Ότι δεν υπήρχαν τόνοι και πνεύματα. Αυτά προστέθηκαν κατά την ελληνιστική περίοδο (2ος αιώνας π.Χ.) από τους Αλεξανδρινούς –με βασικό εμπνευστή τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο– για να βοηθήσουν στη σωστή προφορά, ανάγνωση και διάκριση των λέξεων. Ο λόγος που προστέθηκαν οι τόνοι Αλλαγή στην προφορά: Στην αρχαία κλασική εποχή, ο τόνος ήταν μουσικός (ανέβαινε ή κατέβαινε ο τόνος της φωνής). Με το πέρασμα του χρόνου, η προφορά έγινε δυναμική (τονίζαμε απλώς μια συλλαβή, όπως σήμερα). Διατήρηση της παράδοσης: Όταν η ελληνική γλώσσα διαδόθηκε σε τεράστιες περιοχές και σε μη φυσικούς ομιλητές (λόγω του Μεγάλου Αλεξάνδρου), κινδύνευσε η σωστή εκφορά της. Οι τόνοι (οξεία, βαρεία, περισπωμένη) εφευρέθηκαν ως «οδηγός» προφοράς για τα κείμενα και την ποίηση. Διάκριση ομόγραφων λέξεων: Βοηθούσαν να ξεχωρίζουν λέξεις που γράφονταν το ίδιο αλλά είχαν διαφορετική σημασία ή προφορά (π.χ. νόμος με νομός). Ο λόγος που προστέθηκαν τα πνεύματα Δασεία και ψιλή: Τα πνεύματα (δασέα [ ῾ ] και ψιλή [ ᾿ ]) έδειχναν αν μια λέξη που ξεκινούσε από φωνήεν (ή το γράμμα ρ) προφερόταν με «αέρα» (δασέα, σαν να είχε ένα «χ» ή «h» μπροστά) ή χωρίς αέρα (ψιλή). Αποφυγή παρεξηγήσεων: Η παρουσία ή η απουσία της δασείας άλλαζε ρίζα και έννοια στη λέξη (π.χ. οὐκ = δεν, οὐχ = όχι/επειδή), οπότε τα πνεύματα έλυναν ασάφειες στον γραπτό λόγο. Οι τόνοι (εκτός από την οξεία) και τα πνεύματα, καταργήθηκαν επίσημα στην Ελλάδα το 1982 (με το Προεδρικό Διάταγμα 297/1982, το οποίο θέσπισε το μονοτονικό σύστημα). |