|
memento mori
memento mori : λατινική φράση που σημαίνει «θυμήσου ότι θα πεθάνεις». Την φράση αυτή ψιθύριζαν στον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά την στέψη του, καθώς και στους στρατηλάτες κατά τις εορτές των επινίκιων, για να μην πάρουν τα μυαλά τους αέρα. Λειτουργεί ως συμβολική υπενθύμιση ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτος για όλους, ανεξάρτητα από τον πλούτο ή την κοινωνική θέση. Για τους Στωικούς και τον Σωκράτη, η σκέψη του θανάτου δεν είχε σκοπό να προκαλέσει φόβο, αλλά να δώσει νόημα, προτεραιότητα και αξία στη ζωή. Τι ορίζουμε ως θάνατο; Στην Βιολογία, είναι η οριστική παύση των ζωτικών λειτουργιών ενός οργανισμού, αναπνοή, πέψη, νευρικό σύστημα. Στην Φυσική, ο ανθρώπινος οργανισμός ως «ανοικτό θερμοδυναμικό σύστημα», καταναλώνει ενέργεια για να διατηρεί χαμηλή εντροπία (αποδιοργάνωση). Όταν αυτή η ισορροπία χαθεί οριστικά, επέρχεται η θερμοδυναμική κατάρρευση. Εγώ θα τον έλεγα Αποσάρκωση. Ο άνθρωπος πρέπει να σκέπτεται το θάνατο συνεχώς. Κάθε ημέρα. Αυτό όχι μόνο τον εξοικειώνει με το αναπόφευκτο, αλλά συνειδητοποιώντας το εφήμερο, ανοίγει τον δρόμο στην προσέγγιση ανώτερων ιδεών. Μεταξύ άλλων, ανοίγει δρόμους για το υπέροχο συναίσθημα της αγάπης. Η αγάπη στον πλησίον είναι ένα σύνθετο συναίσθημα, μια πηγή που όταν αρχίσει να αναβλύζει γίνεται αστείρευτη. Στην περίπτωση αυτή, είναι κυρίως αρετή και στάση συνείδησης. Δεν βασίζεται στο νιώθω -καθώς είναι αδύνατον να νιώθουμε αυθόρμητο συναισθηματικό δέσιμο με κάθε άγνωστο-, αλλά στο επιλέγω να πράξω το καλό. Στον Χριστιανισμό, η αγάπη προς τον πλησίον αποτελεί την κορωνίδα της διδασκαλίας («ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Λευτικόν (19,18) και Ματθ. (κβ΄39) Η αγάπη, ως το πλέον ευγενές συναίσθημα τροφοδοτεί τις περισσότερες αρετές. Τροφοδοτεί μεταξύ άλλων την ενσυναίσθηση, η οποία μας βοηθά να υπερβούμε τον εγωισμό και να κατανοήσουμε τα κίνητρα των άλλων, προάγοντας την ψυχική υγεία μέσω της συγ-χώρεσης, δηλαδή, να χωρέσουμε εντός μας, να «χωνέψουμε» αυτό που μας συνέβη. Ο θάνατος μπορεί να είναι μια ευλογημένη ανακούφιση. ‘Όχι διότι λυτρώνει από τον πόνο ή και την δυστυχία, αλλά επειδή συνιστά απελευθέρωση του νοήμονος στοιχείου από την φυλακή της σάρκας.
Όταν θυμόμαστε πως η ζωή έχει όρια, αρχίζουμε να την τιμάμε. Σταματά να μας ενδιαφέρει τόσο το φαίνεσθαι, η εικόνα, το πλασματικό, όσο το είναι, η αυθεντικότητα, η αλήθεια. Δίνουμε χώρο στους ανθρώπους που αγαπάμε, στις πράξεις και τις εμπειρίες που έχουν νόημα για εμάς, στις λέξεις που θέλουμε να ειπωθούν πριν να είναι αργά. «Γίνεσθε έτοιμοι, ότι η ώρα ου δοκεΐτε ο υιός του ανθρώπου έρχεται» (Ματθ. κδ΄ 4), «οψέ μεσονυκτίου ή άλεκτοροφωνίας ή πρωΐ. μη ελθών εξαίφνης εύρη υμάς καθεύδοντας» (Μαρκ. ιγ΄ 35-36). Κανείς από εκείνους που ανεχώρησαν δεν πρόλαβε να τελειώσει τις δουλειές του. Όλοι άφησαν πίσω τους έργα ημιτελή και λόγια ανείπωτα. Όλοι θα ήθελαν λίγο χρόνο ακόμα για να τα προλάβουν. Γιατί όμως συμβαίνει αυτό; Διότι ζούμε την μακαριότητά μας χωρίς να μας απασχολεί το μέλλον, το απώτερο μέλλον, σαν να πρόκειται να ζούμε για πάντα. Κάτι σαν αθανασία. Μέσα μας ξέρουμε πως αναπόφευκτα θα φτάσουμε εκεί, αλλά επειδή φανταζόμαστε ένα τέλος τρομακτικό που μας συγκλονίζει, το εξορκίζουμε και το εξαποστέλλουμε. Έτσι μας έμαθαν. «Θρηνώ και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατο». Εξόδιος ακολουθία «Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους.» κάλαντα Λαζάρου. Πώς να μην τρομάξω; Πώς να μην τρέξω να κρυφτώ επί κέρατος βοός; Πώς να μην αποτάξω τον Χάρο! Ναι, από την μία έτσι κι απ΄ την άλλη γιουβέτσι. Στο άγιο όρος, η αδελφότητα όταν αποχαιρετά μέλος της δεν λένε συλλυπητήρια, «και στα δικά μας» λένε. Ένας υπέροχος λόγος, ένας καταπληκτικός συλλογισμός που δίδει μια άλλη διάσταση στον θάνατο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το επέκεινα είναι μακράν καλύτερο του εδώ. Αυτός ο λόγος αποτελεί την απόληξη της φιλοσοφικής σκέψης. Η κηδεία ενός μοναχού δεν κυριαρχείται από απελπισία αλλά από «χαρμολύπη». Λύπη για τον αποχωρισμό, που μεταμορφώνεται σε χαρά και ελπίδα για τη σωτηρία της ψυχής του αδελφού τους. «Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο, πηγαίνουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε ζωή». Ασκητική Καζαντζάκης. Σωστό, πολύ σωστό! Έτσι ακριβώς φαίνεται στα μάτια μας. Στα μάτια της σάρκας. Μήπως όμως στα μάτια της ψυχής φαίνεται αντίστροφα; Μήπως ερχόμαστε από το φως, πηγαίνουμε προς το φως και ζωή είναι ένα μικρό διάστημα ταλαιπωρίας, ένα φευγαλέο σκοτάδι; Αν ακούσουμε και ανθρώπους που για λίγα λεπτά βρέθηκαν στην απέναντι όχθη, όλοι ή σχεδόν όλοι διηγούνται μια πορεία προς το φως. Όλες οι θρησκείες μιλούν για το φως, τους πλούσιους κήπους τον τόπο των τραγουδιών, την ουράνια αρμονία τον τόπο της αιώνιας νιρβάνα και κάθε μια τον ονομάζει διαφορετικά. Ο Χριστιανισμός υπόσχεται τον Παράδεισο, ο Ισλαμισμός την Τζάνα, ο Βουδισμός τον Σουχάβατι, ο Ινδουϊσμός την Μόκσα, ο Ζωροαστρισμός την Γκαρονμάνα, ο Ιουδαϊσμός τον Γκαν Εντέν -κήπο της Εδέμ, οι Ινδιάνοι τα λειβάδια του Μανιτού, οι Ίνκας τον Χανάν Πάτσα, οι Μάγια τον Ταμοαντσάν. Ο Χάρος γιος του Ερέβους και της Νύχτας, ήταν ο βαρκάρης του Αχέροντα, ο οποίος παραλάμβανε τις ψυχές από τον ψυχοπομπό Ερμή και τις μετέφερε στην απέναντι όχθη, εκεί που ήταν η είσοδος στον κάτω κόσμου. Στη νεότερη ελληνική λαογραφία, ο Χάροντας έχασε την ιδιότητα του απλού βαρκάρη και προσωποποιήθηκε ως ο ίδιος ο θάνατος. Εμφανίζεται ως ένας άγριος, μαυροφορεμένος που κρατάει τη κόσα (δρεπάνι) και θερίζει ψυχές. Χάρος: η λέξη προέρχεται από μεταπλασμό της αρχαίας Χάρων (αλλαγή κατάληξης) από τη γ΄ κλίση (ὁ Χάρων, τοῦ Χάρωνος) στη β΄ κλίση (ο Χάρος, του Χάρου) και αυτή ετυμολογικά, από το ρήμα χαίρω. Βλέπουμε ότι στην αρχαία, σε αντίθεση με την νεοελληνική έννοια, ο Χάρος είναι αυτός που φέρνει χαρά. Από το ίδιο ρήμα είναι και η χάρη. Αυτός που δεν την έχει ονομάζεται α-χαρος δηλαδή χωρίς χάρο. Όπως προκύπτει αβίαστα, ο Χάρος είναι χαρά, είναι και χάρη. Ο Διόδωρος Σικιελιώτης διατυπώνει την άποψη ότι η λέξη αποτελεί δάνειο της Αιγυπτιακής charon που σημαίνε βαρκάρης. Μάλλον όμως η πορεία είναι αντίστροφη καθώς η λέξη είναι Ελληνική. Στην Αιγυπτιακή μυθολογία Ψυχοπομπός (Ερμής) ήταν ο κυνοκέφαλος θεός Άνουβις. Ο Βαρκάρης (Χάρων) ονομαζόταν Μαχάφ και άρχοντας του κάτω κόσμου ήταν ο θεός Όσιρις . Ο δημιουργός εν τη σοφία του όρισε να μην μπορούμε ενσαρκωμένοι να ανακαλύψουμε το επέκεινα. Η ανθρώπινη ύπαρξη εξ απαρχής της σκέψης, φλέγεται να μάθει το μετά, τι γίνεται, τι υπάρχει, αλλά κανείς δεν το έμαθε ποτέ. Ίσως όμως έτσι να μας προφυλάσσει από ανομολόγητες σκέψεις!! Φαντασθείτε τον εαυτό σας στον τελευταίο ασπασμό. Ένας δικός σας άνθρωπος εκφωνεί τον επικήδειο, μιλώντας την αλήθεια. Τί πιστεύεται ότι θα πει; Πώς σας περιγράφει; Σας ικανοποιεί αυτό που ακούτε; Μετά σκεφτείτε τι θα θέλατε να ειπωθεί. Κρατήστε σημειώσεις και για τις δύο περιπτώσεις. Συγκρίνεται και κάντε διαπιστώσεις. Αυτό ήταν. Βρήκατε τον τρόπο που θέλετε να ζήσετε! Τι να κάνετε που σας ξέφυγε ή δεν τολμούσατε. Τι να πείτε που μέχρι τώρα δεν βρίσκατε το θάρρος. Βρήκατε το νόημα της ζωής. Ακολουθήστε το για να μην μετανιώσετε όταν ακουστεί το, «δεύτε τελευταίον ασπασμό». Λοιπόν: «Γνώθι σ΄αυτόν» & «Carpe diem» (Μάθε τον εαυτό σου & άδραξε την ημέρα). Αθήνα 25 Σεπτεμβρίου 2026 Ε Θ Α Ι Ο Σ |