Το Λεξιλόγιο των Φωνών
1. άλογο: χρεμετίζει ή χλιμιντρίζει ή βραχμάζει και η φωνή του λέγεται χρεμετισμός ή χλιμίντρισμα ή βράχαλος.
Ο ήχος από το ποδοβολητό του λέγεται ροϊσμός ή τροχασμός ή καλπασμός ανάλογα με την ταχύτητα (αν τρέχει με μέτρια ταχύτητα ή αν τροχάζει που τρέχει ακόμα πιο γρήγορα ή αν δράμει «παντί σθένει», που τότε καλπάζει).
Όταν το άλογο σηκώνει το λαιμό του και εκβάλει ήχο με τα ρουθούνια του με ταυτόχρονο παίξιμο του πάνω χείλους του (κάτι που κάνει και ο τράγος), τότε φριμάσσει ή ρουμάζει ή φρίττει και αυτό λέγεται φριμαγμός.
φριμάσσεται = σκιρτά, επεγείρεται, βριμαίνει,
φρύαγμα = έπαρσις, μετεώρισμα, υπερηφάνεια.
2. βόδι, αγελάδα: μυκάται, μυκηθμός.
3. βάτραχος: ολολύζει και κοάζει, λέγεται ολολυγή και κόασμα.
4. γάιδαρος: ογκάται, ογκηθμός.
5. αετός, γερανός: κλαγγάζουν, κλαγγή.
(Με την ίδια λέξη χαρακτηρίζεται καταχρηστικώς και ο ήχος των όπλων «κλαγγή των όπλων». Κλαγγή λέγεται επίσης και ο ήχος της νευράς του τόξου.)
Χήνα: πλαταγίζει, πλαταγισμός.
6. πρόβατο, κατσίκα: βληχώνται, βληχή
Από τη λέξη βληχή <βαλαχή>, προέρχεται η λέξη <βελάχος> και με συγκοπή βλάχος ή με δάσυνση του αρχικού χειλικού, φελάχος που δηλώνουν το βοσκό. «Βλαχά» εξ άλλου είναι η δωρική απόδοση της λέξης βληχή. Από την ίδια λέξη βληχή προέρχεται και η λέξη village που δηλώνει την ύπαιθρο χώρα, το χωριό, το μέρος που ακούγονται οι βληχές των προβάτων.
Το πρόβατο θεωρείται άκακο, αγαθό, αλλά και χαζό ζώο εξ ου η λέξη βλήχημα = μωρός· αυτό μας οδηγεί να υποθέσουμε πως και η λέξη βλάξ σχετίζεται με τη βληχή ή βληχά (δωρ. βλαχά). Βλήχρα εξάλλου ονομάζεται στη γλώσσα του Ησύχιου και το βλήχρον (βλίτο) (και βλήχων = έστι δέ είδος βοτάνης και βλάτταν = χόρτος, λάχανον <βλήσσανον, βλίτον, βαίτιον>). Το βλίτο είναι ιδιαίτερα αρεστό στα πρόβατα και αποκαλείται, ως γνωστόν, από πολλούς και κουτόχορτο. Επιπροσθέτως δε και η ίδια η λέξη βλίτο αποτελεί συνώνυμο του βλάκα.
7. κριός: βριττάζει, βριγμός.
8. τράγος: φριμάσσει, φριμαγμός και τραγισμός.
Ο τραγισμός δεν πραγματοποιείται από τον τράγο όλο το χρόνο, αλλά μόνο όταν ευρίσκεται σε ερωτικό οίστρο και χαρακτηρίζεται από τράχυνση της φωνής προς το βραχνότερο. Με την ίδια λέξη τραγισμός χαρακτηρίζεται και η αλλαγή της λεπτής φωνής των εφήβων όταν αποκτούν μεγαλώνοντας τραχύτερους και βαρύτερους τόνους επί το ανδρικώτερον.
9. κότα: κακανίζει, κακάνισμα
Ιδιαίτερα κατά την περίοδο που η κότα γίνεται κλώσσα, κλώζει (εξ ου και το όνομα κλώσσα) και η φωνή της λέγεται κλωγμός.
10. πετεινός: λαλεί ή κράζει, λάλημα ή κράξιμο
Λογοτεχνικά το κράξιμο του κόκορα χαρακτηρίζεται και ως κήρυξη ή κήρυγμα, αφού κηρύσσει, δηλαδή αναγγέλλει τον ερχομό της αυγής.
Ο κόρακας επίσης και η κουρούνα κρώζουν ή κραυγάζουν και η φωνή τους λέγεται κραυγή ή κράξιμο ή κρωγμός.
11. κούκος: κοκκύζει, κοκκυγμός
12. κουκουβάγια: θρηνεί ή ολολύζει ή κικκαβίζει και η φωνή της λέγεται θρήνος ή ολολυγή (όπως και του βατράχου) και κικκαβισμός.
Ο μπούφος που αποτελεί είδος κουκουβάγιας, βύζει, και από τη φωνή του πήρε την επίσημή του ονομασία βύας.
13. λέων: βρυχάται ή βριμάται, βρυχηθμός ή βριμαγμός.
14. λύκος: ουρλιάζει ή αρουλίζει και η φωνή του λέγεται ουρλιαχτό και λυκιθμός.
15. σκύλος: υλάσσει ή υλακτεί ή ωρύεται ή ρύζει και η φωνή του λέγεται υλακή ή ωρυγή ή ρύζος. Η λέξη ρύζος χαρακτηρίζει κυρίως τον κλαυθμό του σκύλου (δηλώνει και τη φωνή του ιέρακα, λόγω προσομοίωσης με το κλάμα των μικρών σκυλιών, όπως θα δούμε παρακάτω).
Τα κουταβάκια τα οποία, παίζουν με το δεσπότη τους ή μεταξύ τους, κνίζουν και η φωνή τους ονομάζεται κνύζα ή κνυζηθμός. Κνυζηθμός ονομάζεται και ο ρύζος, το κλάμα του σκύλου.
Όταν ο σκύλος ή η γάτα ή ο λύκος ή η αλεπού ή το λιοντάρι και άλλα ζώα – κυρίως οι αίλουροι – πίνουν νερό «γλειφτά» με τη γλώσσα, λέμε πως λάπτουν και ο ήχος της πόσεως των λέγεται λαφυσμός.
Τα ίδια ζώα λέμε επίσης πως λάπτουν όταν έχουν χωμένο το στόμα στο νωπό αιμόφυρτο θήραμα και τρώνε άπληστα βγάζοντας απειλητικούς βραχνούς ωρυγμούς, κυρίως όταν συντρώγουν με ανεπιθύμητους συνδαιτυμόνες (Ιλιάς. Π. 159 -162).
16. χελώνα: σίζει, σιγμός.
17. φίδι: συρίζει, συριγμός.
18. πάπια: παπάζει, παπασμός.
19. χελιδόνι: τιτιβίζει, τιτίβισμα
20. μέλισσα: βομβεί ή ψοφά ή θρέει και ο θόρυβος του πετάγματός της λέγεται βόμβος ή ψόφος ή θρους ή θροϊσμός. Ο ήχος βέβαια των περισσότερων εντόμων, αλλά κυρίως των μελισσών, λέγεται και ζίγγος.
21. σφήκα: τονθορίζει, τονθορισμός.
(Και η τενθριδόνα (το σερσέγκι) επίσης τονθορίζει.)
22. χοίρος: γογγρύζει, γογγρυσμός ή γρύλλη.
(Η λέξη γόγγρος σημαίνει χοίρος. Η φωνή που βγάζουν τα μικρά γουρουνάκια έχει άλλο όνομα. Τα μικρά των χοίρων κοΐζουν και η φωνή τους λέγεται κοϊσμός.)
23. αρκούδα: ομάζει, ομαγμός
24 ιέρακας: ρύζει, ρύζος
Ειδικά η φωνή του κίρκου ιέρακα (κιρκινέζι) που κερχνάζει, λέγεται, κερχνασμός.
25. καμήλα: μωκάται, μωκασμός.
Η λέξη μωκασμός σημαίνει και χλευασμός και τούτο ίσως να αρύεται από τη μορφή της καμήλας που έχει ύφος σαν να σε κοροϊδεύει.
26. κίσσα: κιτταβίζει, κιτταβισμός.
27. ποντικός, νυχτερίδα, λαγός: τρύζουν, τρυσμοί.
28. ορτύκι: τρυλλίζει, τρυλλισμός.
29. πέρδικα: κακ(κ)αβίζει ή κατ’ άλλους τρίζει και η φωνή τους λέγεται κακ(κ)αβισμός ή τρισμός. Αριστοτέλης, Ζ. Ι. 536b. 14. …; οιον τό των περδίκων γένος· οι μέν γάρ κακαβίζουσιν, οι δέ τρίζουσι Ίσως είναι σωστότερο το κακάβισμα από τον τρισμό, γιατί κακκάβη ονομαζόταν η χύτρα και η πέρδικα.
30. περιστέρι: βομβίζει, βομβισμός
Ειδικά η δεκοχτούρα γογγύζει, γογγυσμός.
31. τρυγόνι: τρύζει, λέγεται τρυγμός.
32. γάτα: νιαουρίζει και η φωνή της λέγεται νιαούρισμα, όταν κοιμάται όμως τρίζει και ο ήχος αυτός ονομάζεται επίσης τρισμός ή και ροίζος. (Έχουμε βλέπετε πολλών ειδών τρισμούς και τρυσμούς).
Τρίζουν και οι νεοσσοί των πουλιών και οι ακρίδες και οι γρύλοι και η φωνή τους λέγεται επίσης τρισμός (εξαιτίας του ήχου αυτού του γρύλου δηλαδή του τρισμού, ονομάστηκε ο γρύλος και τριζόνι = αυτό που τρίζει).
33. ακρίδα: βρυκάζει, βρύκος.
34. τσίχλα ή κίχλη: κιχλίζει ή τριγλίζει, κιχλισμός ή τριγλισμός.
35. σουσουράδα: κιγκλίζει ή κιγχλίζει, κιγκλισμός ή κιγχλισμός.
Το είδος της φωνής του συγκεκριμένου πουλιού έδωσε και την αρχαία ονομασία της σουσουράδας κίγκλος
Κιγκλίζειν = κινείν πειράζειν και κιγκλισμός = αισχρός γέλως μετά άταξίας, ή «πορνικός γέλως «όπως αλλού αναφέρεται. Η λέξη σουσουράδα σημαίνει <σεισοουράδα> δηλαδή αυτή που σείει την ουρά της, τα πισινά της.
Η λέξη σεισοπυγίδα σημαίνει αυτή που σείει την πυγή της (= τον πισινό της), λέξη δηλαδή ταυτόσημη. Το κούνημα όμως του πισινού θεωρείται πρόκληση που ξεσηκώνει και «εισάγει εις πειρασμόν» και η συγκεκριμένη κίνηση της ουράς του κίγκλου έδωσε νόημα στην πρόκληση, κυρίως της γυναίκας που κουνιέται και το κίγκλισμα έγινε στην καθομιλουμένη τσίγκλισμα με εκφράσεις: «μη με τσιγκλάς» δηλαδή μη με αναστατώνεις, μη με βάζεις σε πειρασμό, μη με ερεθίζεις.
36. αηδών: άδει, άσμα.
Είναι το πουλί που κυριολεκτικά άδει, είναι το κατ’ εξοχήν ωδικό πτηνό, εξ αυτού πήρε και το όνομά του. Αηδόνα σημαίνει άδουσα, τραγουδίστρια. Η μυθολογία θέλει την αηδόνα να αποτελεί τη απορνεωμένη ενσάρκωση της δύστυχης Πρόκνης, της αδελφής της Φιλομήλας που απορνεώθηκε επίσης σε χελιδόνα, κυνηγημένες και οι δυο από τον Τηρέα που έγινε τσαλαπετεινός.
Εκτός από την αηδόνα κανένα άλλο πτηνό δεν άδει, (καταχρηστικώς και όχι κυριολεκτικώς θεωρούνται κι άλλα πουλιά ωδικά).
Οι δοξασίες όμως των ανθρώπων θέλουν και τον κύκνο να άδει υπέροχα, αλλά μόνον ολίγον προ του θανάτου του, το θρυλικό «κύκνειον άσμα».
37. φρύνος (ο πράσινος βάτραχος): λαλάζει, λαλασμός.
38. γλάρος: κράβει, κρώζει, κράγος, κρωγμός.
39. γύπας: γρυπάζει ή γρύζει, γρυπασμός
40. σπουργίτης: (και οι άλλοι στρουθοί που ανήκουν στην οικογένεια των σπιζιδών, όπως είναι ο σπίνος, η καρδερίνα, το γαρδέλι, ο φλώρος ή φιόρι ή σπίζα ή χλωρίδα ή καναρίνι και όλη η τεράστια οικογένεια αυτών των πουλιών)
σπίζουν ή σπινθίζουν, σπίζα ή σπιζιθμός ή σπινθισμός
41. τέττιγας, δηλαδή ο τζίτζικας: τερετίζει και ζιζινίζει και βαβράζει και η φωνή του λέγεται τερέτισμα και ζιζίνισμα και βαβρασμός.
(Προφανώς, από το μονότονο του ζιζινίσματος+ ζι ζι ζι ζι που κάνουν οι τέττιγες, πήραν την ονομασία <ζίζικες> τζίτζικες.)
42. παπαγάλος: μιμούμενος τα έξωθεν ακούσματα τα επαναλαμβάνει ή τα παπαγαλίζει, όπως λέγεται και αυτό ονομάζεται παπαγαλία ή ψιττακισμός από την επίσημη ονομασία του παπαγάλου που λέγεται ψιττακός. Πιστεύω πως η γραφή θα μπορούσε να είναι και ψηττακός δηλαδή γλωσσάς, διότι εννοιολογικά ταυτίζονται.
45. άνθρωπος: Σε αντίθεση με τα «άλογα» ζώα ο έμφρων και λογικός άνθρωπος κυρίως λέγει και ομιλεί και η φωνή του λέγεται λόγος και ομιλία.
Ο άνθρωπος όμως με τις απεριόριστες δυνατότητες του νου και του λεκτικού του οργάνου…
αγορεύει, φθέγγεται, εκφράζεται, λαλεί μυθείται, βοά, φωνάζει, άδει, ψάλλει, φλυαρεί, φληναφεί κραυγάζει, κηρύσσει, αποκηρύσσει, στομφάζει, τραγουδά, αινεί, επαινεί, υμνεί, υβρίζει, αδολεσχεί, διαλέγεται, ενέπει, κατηγορεί, απολογείται, δικαιολογείται, καταλογίζει, καλεί, αποκαλεί, παρακαλεί, ομολογεί, συνομολογεί, λογομαχεί, λογοτεχνεί, λογοδοτεί.
Ακόμη λογιωτατίζει, λογοδιαρρέει, λογοκρίνει, λογολεσχεί, λογοπαίζει, λογοπλοκεί, λογοφέρνει, λοιδορεί, μέλπει, μελωδεί, μεμψιμοιρεί, μέμφεται, μηνύει.
Πληροφορεί, καταγγέλει, μοιρολογεί, μονολογεί, υπαινίσσεται, μυθολογεί, παραμιλά, παραγγέλλει.
Ψεύδεται, χυδαιολογεί, δημηγορεί, δημοκοπά, αυθαδιάζει, τσιρίζει, σφυρίζει, χωρατεύει.
Και ακόμα: φιλολογεί, υψαγορεί, συνηγορεί, συζητεί, στριγκλίζει, στιχουργεί, σκανδαλολογεί, παρακαλεί, συμφωνεί, διαφωνεί, κακολογεί, διηγείται, ψέγει, κολακεύει, θρηνεί, κομπάζει, υπερφρονεί, ψιθυρίζει, ωρύεται, βλασφημεί, επευφημεί, εύχεται, δοξάζει, κωτίλλει, κομπορρημονεί, κολακεύει, αποφαίνεται και τόσα άλλα θα μπορούσε κανείς να αναφέρει για το μικρό θεό που οι Έλληνες ονόμασαν άνθρωπο (άνω αθρείν την ώπα).
1. άλογο: χρεμετίζει ή χλιμιντρίζει ή βραχμάζει και η φωνή του λέγεται χρεμετισμός ή χλιμίντρισμα ή βράχαλος.
Ο ήχος από το ποδοβολητό του λέγεται ροϊσμός ή τροχασμός ή καλπασμός ανάλογα με την ταχύτητα (αν τρέχει με μέτρια ταχύτητα ή αν τροχάζει που τρέχει ακόμα πιο γρήγορα ή αν δράμει «παντί σθένει», που τότε καλπάζει).
Όταν το άλογο σηκώνει το λαιμό του και εκβάλει ήχο με τα ρουθούνια του με ταυτόχρονο παίξιμο του πάνω χείλους του (κάτι που κάνει και ο τράγος), τότε φριμάσσει ή ρουμάζει ή φρίττει και αυτό λέγεται φριμαγμός.
φριμάσσεται = σκιρτά, επεγείρεται, βριμαίνει,
φρύαγμα = έπαρσις, μετεώρισμα, υπερηφάνεια.
2. βόδι, αγελάδα: μυκάται, μυκηθμός.
3. βάτραχος: ολολύζει και κοάζει, λέγεται ολολυγή και κόασμα.
4. γάιδαρος: ογκάται, ογκηθμός.
5. αετός, γερανός: κλαγγάζουν, κλαγγή.
(Με την ίδια λέξη χαρακτηρίζεται καταχρηστικώς και ο ήχος των όπλων «κλαγγή των όπλων». Κλαγγή λέγεται επίσης και ο ήχος της νευράς του τόξου.)
Χήνα: πλαταγίζει, πλαταγισμός.
6. πρόβατο, κατσίκα: βληχώνται, βληχή
Από τη λέξη βληχή <βαλαχή>, προέρχεται η λέξη <βελάχος> και με συγκοπή βλάχος ή με δάσυνση του αρχικού χειλικού, φελάχος που δηλώνουν το βοσκό. «Βλαχά» εξ άλλου είναι η δωρική απόδοση της λέξης βληχή. Από την ίδια λέξη βληχή προέρχεται και η λέξη village που δηλώνει την ύπαιθρο χώρα, το χωριό, το μέρος που ακούγονται οι βληχές των προβάτων.
Το πρόβατο θεωρείται άκακο, αγαθό, αλλά και χαζό ζώο εξ ου η λέξη βλήχημα = μωρός· αυτό μας οδηγεί να υποθέσουμε πως και η λέξη βλάξ σχετίζεται με τη βληχή ή βληχά (δωρ. βλαχά). Βλήχρα εξάλλου ονομάζεται στη γλώσσα του Ησύχιου και το βλήχρον (βλίτο) (και βλήχων = έστι δέ είδος βοτάνης και βλάτταν = χόρτος, λάχανον <βλήσσανον, βλίτον, βαίτιον>). Το βλίτο είναι ιδιαίτερα αρεστό στα πρόβατα και αποκαλείται, ως γνωστόν, από πολλούς και κουτόχορτο. Επιπροσθέτως δε και η ίδια η λέξη βλίτο αποτελεί συνώνυμο του βλάκα.
7. κριός: βριττάζει, βριγμός.
8. τράγος: φριμάσσει, φριμαγμός και τραγισμός.
Ο τραγισμός δεν πραγματοποιείται από τον τράγο όλο το χρόνο, αλλά μόνο όταν ευρίσκεται σε ερωτικό οίστρο και χαρακτηρίζεται από τράχυνση της φωνής προς το βραχνότερο. Με την ίδια λέξη τραγισμός χαρακτηρίζεται και η αλλαγή της λεπτής φωνής των εφήβων όταν αποκτούν μεγαλώνοντας τραχύτερους και βαρύτερους τόνους επί το ανδρικώτερον.
9. κότα: κακανίζει, κακάνισμα
Ιδιαίτερα κατά την περίοδο που η κότα γίνεται κλώσσα, κλώζει (εξ ου και το όνομα κλώσσα) και η φωνή της λέγεται κλωγμός.
10. πετεινός: λαλεί ή κράζει, λάλημα ή κράξιμο
Λογοτεχνικά το κράξιμο του κόκορα χαρακτηρίζεται και ως κήρυξη ή κήρυγμα, αφού κηρύσσει, δηλαδή αναγγέλλει τον ερχομό της αυγής.
Ο κόρακας επίσης και η κουρούνα κρώζουν ή κραυγάζουν και η φωνή τους λέγεται κραυγή ή κράξιμο ή κρωγμός.
11. κούκος: κοκκύζει, κοκκυγμός
12. κουκουβάγια: θρηνεί ή ολολύζει ή κικκαβίζει και η φωνή της λέγεται θρήνος ή ολολυγή (όπως και του βατράχου) και κικκαβισμός.
Ο μπούφος που αποτελεί είδος κουκουβάγιας, βύζει, και από τη φωνή του πήρε την επίσημή του ονομασία βύας.
13. λέων: βρυχάται ή βριμάται, βρυχηθμός ή βριμαγμός.
14. λύκος: ουρλιάζει ή αρουλίζει και η φωνή του λέγεται ουρλιαχτό και λυκιθμός.
15. σκύλος: υλάσσει ή υλακτεί ή ωρύεται ή ρύζει και η φωνή του λέγεται υλακή ή ωρυγή ή ρύζος. Η λέξη ρύζος χαρακτηρίζει κυρίως τον κλαυθμό του σκύλου (δηλώνει και τη φωνή του ιέρακα, λόγω προσομοίωσης με το κλάμα των μικρών σκυλιών, όπως θα δούμε παρακάτω).
Τα κουταβάκια τα οποία, παίζουν με το δεσπότη τους ή μεταξύ τους, κνίζουν και η φωνή τους ονομάζεται κνύζα ή κνυζηθμός. Κνυζηθμός ονομάζεται και ο ρύζος, το κλάμα του σκύλου.
Όταν ο σκύλος ή η γάτα ή ο λύκος ή η αλεπού ή το λιοντάρι και άλλα ζώα – κυρίως οι αίλουροι – πίνουν νερό «γλειφτά» με τη γλώσσα, λέμε πως λάπτουν και ο ήχος της πόσεως των λέγεται λαφυσμός.
Τα ίδια ζώα λέμε επίσης πως λάπτουν όταν έχουν χωμένο το στόμα στο νωπό αιμόφυρτο θήραμα και τρώνε άπληστα βγάζοντας απειλητικούς βραχνούς ωρυγμούς, κυρίως όταν συντρώγουν με ανεπιθύμητους συνδαιτυμόνες (Ιλιάς. Π. 159 -162).
16. χελώνα: σίζει, σιγμός.
17. φίδι: συρίζει, συριγμός.
18. πάπια: παπάζει, παπασμός.
19. χελιδόνι: τιτιβίζει, τιτίβισμα
20. μέλισσα: βομβεί ή ψοφά ή θρέει και ο θόρυβος του πετάγματός της λέγεται βόμβος ή ψόφος ή θρους ή θροϊσμός. Ο ήχος βέβαια των περισσότερων εντόμων, αλλά κυρίως των μελισσών, λέγεται και ζίγγος.
21. σφήκα: τονθορίζει, τονθορισμός.
(Και η τενθριδόνα (το σερσέγκι) επίσης τονθορίζει.)
22. χοίρος: γογγρύζει, γογγρυσμός ή γρύλλη.
(Η λέξη γόγγρος σημαίνει χοίρος. Η φωνή που βγάζουν τα μικρά γουρουνάκια έχει άλλο όνομα. Τα μικρά των χοίρων κοΐζουν και η φωνή τους λέγεται κοϊσμός.)
23. αρκούδα: ομάζει, ομαγμός
24 ιέρακας: ρύζει, ρύζος
Ειδικά η φωνή του κίρκου ιέρακα (κιρκινέζι) που κερχνάζει, λέγεται, κερχνασμός.
25. καμήλα: μωκάται, μωκασμός.
Η λέξη μωκασμός σημαίνει και χλευασμός και τούτο ίσως να αρύεται από τη μορφή της καμήλας που έχει ύφος σαν να σε κοροϊδεύει.
26. κίσσα: κιτταβίζει, κιτταβισμός.
27. ποντικός, νυχτερίδα, λαγός: τρύζουν, τρυσμοί.
28. ορτύκι: τρυλλίζει, τρυλλισμός.
29. πέρδικα: κακ(κ)αβίζει ή κατ’ άλλους τρίζει και η φωνή τους λέγεται κακ(κ)αβισμός ή τρισμός. Αριστοτέλης, Ζ. Ι. 536b. 14. …; οιον τό των περδίκων γένος· οι μέν γάρ κακαβίζουσιν, οι δέ τρίζουσι Ίσως είναι σωστότερο το κακάβισμα από τον τρισμό, γιατί κακκάβη ονομαζόταν η χύτρα και η πέρδικα.
30. περιστέρι: βομβίζει, βομβισμός
Ειδικά η δεκοχτούρα γογγύζει, γογγυσμός.
31. τρυγόνι: τρύζει, λέγεται τρυγμός.
32. γάτα: νιαουρίζει και η φωνή της λέγεται νιαούρισμα, όταν κοιμάται όμως τρίζει και ο ήχος αυτός ονομάζεται επίσης τρισμός ή και ροίζος. (Έχουμε βλέπετε πολλών ειδών τρισμούς και τρυσμούς).
Τρίζουν και οι νεοσσοί των πουλιών και οι ακρίδες και οι γρύλοι και η φωνή τους λέγεται επίσης τρισμός (εξαιτίας του ήχου αυτού του γρύλου δηλαδή του τρισμού, ονομάστηκε ο γρύλος και τριζόνι = αυτό που τρίζει).
33. ακρίδα: βρυκάζει, βρύκος.
34. τσίχλα ή κίχλη: κιχλίζει ή τριγλίζει, κιχλισμός ή τριγλισμός.
35. σουσουράδα: κιγκλίζει ή κιγχλίζει, κιγκλισμός ή κιγχλισμός.
Το είδος της φωνής του συγκεκριμένου πουλιού έδωσε και την αρχαία ονομασία της σουσουράδας κίγκλος
Κιγκλίζειν = κινείν πειράζειν και κιγκλισμός = αισχρός γέλως μετά άταξίας, ή «πορνικός γέλως «όπως αλλού αναφέρεται. Η λέξη σουσουράδα σημαίνει <σεισοουράδα> δηλαδή αυτή που σείει την ουρά της, τα πισινά της.
Η λέξη σεισοπυγίδα σημαίνει αυτή που σείει την πυγή της (= τον πισινό της), λέξη δηλαδή ταυτόσημη. Το κούνημα όμως του πισινού θεωρείται πρόκληση που ξεσηκώνει και «εισάγει εις πειρασμόν» και η συγκεκριμένη κίνηση της ουράς του κίγκλου έδωσε νόημα στην πρόκληση, κυρίως της γυναίκας που κουνιέται και το κίγκλισμα έγινε στην καθομιλουμένη τσίγκλισμα με εκφράσεις: «μη με τσιγκλάς» δηλαδή μη με αναστατώνεις, μη με βάζεις σε πειρασμό, μη με ερεθίζεις.
36. αηδών: άδει, άσμα.
Είναι το πουλί που κυριολεκτικά άδει, είναι το κατ’ εξοχήν ωδικό πτηνό, εξ αυτού πήρε και το όνομά του. Αηδόνα σημαίνει άδουσα, τραγουδίστρια. Η μυθολογία θέλει την αηδόνα να αποτελεί τη απορνεωμένη ενσάρκωση της δύστυχης Πρόκνης, της αδελφής της Φιλομήλας που απορνεώθηκε επίσης σε χελιδόνα, κυνηγημένες και οι δυο από τον Τηρέα που έγινε τσαλαπετεινός.
Εκτός από την αηδόνα κανένα άλλο πτηνό δεν άδει, (καταχρηστικώς και όχι κυριολεκτικώς θεωρούνται κι άλλα πουλιά ωδικά).
Οι δοξασίες όμως των ανθρώπων θέλουν και τον κύκνο να άδει υπέροχα, αλλά μόνον ολίγον προ του θανάτου του, το θρυλικό «κύκνειον άσμα».
37. φρύνος (ο πράσινος βάτραχος): λαλάζει, λαλασμός.
38. γλάρος: κράβει, κρώζει, κράγος, κρωγμός.
39. γύπας: γρυπάζει ή γρύζει, γρυπασμός
40. σπουργίτης: (και οι άλλοι στρουθοί που ανήκουν στην οικογένεια των σπιζιδών, όπως είναι ο σπίνος, η καρδερίνα, το γαρδέλι, ο φλώρος ή φιόρι ή σπίζα ή χλωρίδα ή καναρίνι και όλη η τεράστια οικογένεια αυτών των πουλιών)
σπίζουν ή σπινθίζουν, σπίζα ή σπιζιθμός ή σπινθισμός
41. τέττιγας, δηλαδή ο τζίτζικας: τερετίζει και ζιζινίζει και βαβράζει και η φωνή του λέγεται τερέτισμα και ζιζίνισμα και βαβρασμός.
(Προφανώς, από το μονότονο του ζιζινίσματος+ ζι ζι ζι ζι που κάνουν οι τέττιγες, πήραν την ονομασία <ζίζικες> τζίτζικες.)
42. παπαγάλος: μιμούμενος τα έξωθεν ακούσματα τα επαναλαμβάνει ή τα παπαγαλίζει, όπως λέγεται και αυτό ονομάζεται παπαγαλία ή ψιττακισμός από την επίσημη ονομασία του παπαγάλου που λέγεται ψιττακός. Πιστεύω πως η γραφή θα μπορούσε να είναι και ψηττακός δηλαδή γλωσσάς, διότι εννοιολογικά ταυτίζονται.
45. άνθρωπος: Σε αντίθεση με τα «άλογα» ζώα ο έμφρων και λογικός άνθρωπος κυρίως λέγει και ομιλεί και η φωνή του λέγεται λόγος και ομιλία.
Ο άνθρωπος όμως με τις απεριόριστες δυνατότητες του νου και του λεκτικού του οργάνου…
αγορεύει, φθέγγεται, εκφράζεται, λαλεί μυθείται, βοά, φωνάζει, άδει, ψάλλει, φλυαρεί, φληναφεί κραυγάζει, κηρύσσει, αποκηρύσσει, στομφάζει, τραγουδά, αινεί, επαινεί, υμνεί, υβρίζει, αδολεσχεί, διαλέγεται, ενέπει, κατηγορεί, απολογείται, δικαιολογείται, καταλογίζει, καλεί, αποκαλεί, παρακαλεί, ομολογεί, συνομολογεί, λογομαχεί, λογοτεχνεί, λογοδοτεί.
Ακόμη λογιωτατίζει, λογοδιαρρέει, λογοκρίνει, λογολεσχεί, λογοπαίζει, λογοπλοκεί, λογοφέρνει, λοιδορεί, μέλπει, μελωδεί, μεμψιμοιρεί, μέμφεται, μηνύει.
Πληροφορεί, καταγγέλει, μοιρολογεί, μονολογεί, υπαινίσσεται, μυθολογεί, παραμιλά, παραγγέλλει.
Ψεύδεται, χυδαιολογεί, δημηγορεί, δημοκοπά, αυθαδιάζει, τσιρίζει, σφυρίζει, χωρατεύει.
Και ακόμα: φιλολογεί, υψαγορεί, συνηγορεί, συζητεί, στριγκλίζει, στιχουργεί, σκανδαλολογεί, παρακαλεί, συμφωνεί, διαφωνεί, κακολογεί, διηγείται, ψέγει, κολακεύει, θρηνεί, κομπάζει, υπερφρονεί, ψιθυρίζει, ωρύεται, βλασφημεί, επευφημεί, εύχεται, δοξάζει, κωτίλλει, κομπορρημονεί, κολακεύει, αποφαίνεται και τόσα άλλα θα μπορούσε κανείς να αναφέρει για το μικρό θεό που οι Έλληνες ονόμασαν άνθρωπο (άνω αθρείν την ώπα).